Home > Term: εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτώ
Για τη χορήγηση πρόσωπο, διαδικασία υπολογιστή, ή πρόσβαση σε ορισμένες πληροφορίες, υπηρεσίες ή λειτουργικότητα της συσκευής.
- Del af tale: verb
- Branche/domæne: Software
- Category: Operating systems
- Company: Microsoft
0
Ophavsmand
- Christos
- 100% positive feedback