Home > Term: στρέβλωση
στρέβλωση
Να στρεβλώνουν την εμφάνιση ενός αντικειμένου από τη συμπίεση ορισμένα τμήματα μαζί και το τέντωμα άλλα μέρη μακρύτερα χώρια.
- Del af tale: verb
- Branche/domæne: Software
- Category: Operating systems
- Company: Microsoft
0
Ophavsmand
- Christos
- 100% positive feedback